υποκείμενο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- υποκείμενο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὑποκείμενον, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική sujet[1]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]υποκείμενο ουδέτερο
- ζώο ή άνθρωπος που υποβάλλεται σε επιστημονικό πείραμα
Το φάρμακο προκάλεσε αρνητική αντίδραση σε τρία από τα υποκείμενα.
- ζώο ή άνθρωπος για τον οποίο αναφερόμαστε ή κάνουμε ανάλυση
- (γραμματική) η λέξη ή σύνολο λέξεων (ονοματική φράση) που μας δείχνουν ποιος ενεργεί, παθαίνει κάτι, ή βρίσκεται σε μια κατάσταση
Το υποκείμενο της πρότασης «ο αγριεμένος σκύλος δάγκωσε το αγόρι» είναι «ο αγριεμένος σκύλος».
- (μεταφορικά, υβριστικό) κακής ποιότητας άνθρωπος
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ υποκείμενο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γραμματική (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Υβριστικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)