υποκείμενο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική υποκείμενο υποκείμενα
γενική υποκειμένου υποκειμένων
αιτιατική υποκείμενο υποκείμενα
κλητική υποκείμενο υποκείμενα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

υποκείμενο < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

υποκείμενο ουδέτερο

  1. ζώο ή άνθρωπος που υποβάλλεται σε επιστημονικό πείραμα
    το φάρμακο προκάλεσε αρνητική αντίδραση σε τρία από τα υποκείμενα
  2. (γραμματική) η λέξη ή σύνολο λέξεων (ονοματική φράση) που μας δείχνουν ποιος ενεργεί, παθαίνει κάτι, ή βρίσκεται σε μια κατάσταση
    το υποκείμενο της πρότασης «ο αγριεμένος σκύλος δάγκωσε το αγόρι» είναι «ο αγριεμένος σκύλος»
  3. (μεταφορικά-υβριστικά) κακής ποιότητας άνθρωπος

32πχ Μεταφράσεις[]