subject

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

subject (en)

  1. υποκείμενος
    Menu listings and prices are subject to change.
    The local board sets local policy, subject to approval from the State Board.

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

subject (en)

  1. το θέμα
  2. (γραμματική) το υποκείμενο
  3. ο υπήκοος

Έκφραση[επεξεργασία]

  • συνηθέστερη διατύπωση: ...on a subject[1]

Ρήμα[επεξεργασία]

subject (en)

  1. υποβάλλω