Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]


θετικός subject
συγκριτικός more subject
υπερθετικός most subject

subject (en)

  1. υποκείμενος
    Menu listings and prices are subject to change.
    The local board sets local policy, subject to approval from the State Board.
  2. υπήκοος


      ενικός         πληθυντικός  
subject subjects

subject (en)

  1. το θέμα, η υπόθεση, ένα πράγμα ή πρόσωπο που συζητείται, περιγράφεται ή αντιμετωπίζεται
    the subject of an essay - το θέμα μιας έκθεσης
    the subject of a conversation - το θέμα μιας συνομιλίας
    He can write about any subject you can imagine.
    Μπορεί να γράψει για οποιοδήποτε θέμα φανταστείς.
    While we are still on the subject of overtime.
    Ενώ είμαστε ακόμα στο θέμα των υπερωριών.
    I stray from the/I get back to the subject.
    Βγαίνω από το/ξαναγυρίζω στο θέμα.
    When we came to the subject of the loan…
    Όταν ήρθαμε στην υπόθεση του δανείου…
     συνώνυμα:  matter και topic
  2. (γραμματική) το υποκείμενο
  3. ο υπήκοος


ενεστώτας subject
γ΄ ενικό ενεστώτα subjects
αόριστος subjected
παθητική μετοχή subjected
ενεργητική μετοχή subjecting

subject (en)

  1. υποβάλλω
  2. υπόκειμαι (με to)
    The employees are subject to the control of their directors.
    Οι υπάλληλοι υπόκεινται στον έλεγχο των διευθυντών τους.