subject
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]| παραθετικά | |
| θετικός | subject |
| συγκριτικός | more subject |
| υπερθετικός | most subject |
- υπόκειμαι, που είναι πιθανό να επηρεαστεί από κάτι, ειδικά από κάτι κακό
The salary is subject to a 5% deduction.
- Ο μισθός υπόκειται σε κρατήσεις 5%.
These products are subject to change.
- Τα προϊόντα αυτά υπόκεινται σε αλλοιώσεις.
- εξαρτιέμαι, καθορίζομαι, που εξαρτάται από κάτι προκειμένου να ολοκληρωθεί ή να συμφωνηθεί
Expansion is subject to the available capital.
- Η ανάπτυξη εξαρτάται από τα κεφάλαια που υπάρχουν.
My expenses are subject to my income.
- Τα έξοδά μου καθορίζονται από το εισόδημά μου.
- υπόκειμαι, βρίσκομαι υπό τον έλεγχό του
The matter is subject to the authority of the president of the organization.
- Το ζήτημα υπόκειται στις αρμοδιότητες του προέδρου του οργανισμού.
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| subject | subjects |
subject (en)
- το θέμα, η υπόθεση, ένα πράγμα ή πρόσωπο που συζητείται, περιγράφεται ή αντιμετωπίζεται
the subject of an essay - το θέμα μιας έκθεσης
the subject of a conversation - το θέμα μιας συνομιλίας
He can write about any subject you can imagine.
- Μπορεί να γράψει για οποιοδήποτε θέμα φανταστείς.
While we are still on the subject of overtime.
- Ενώ είμαστε ακόμα στο θέμα των υπερωριών.
I stray from the/I get back to the subject.
- Βγαίνω από το/ξαναγυρίζω στο θέμα.
When we came to the subject of the loan…
- Όταν ήρθαμε στην υπόθεση του δανείου…
- ≈ συνώνυμα: matter και topic
- (γραμματική) το υποκείμενο
- ο υπήκοος
all Greek subjects - όλοι οι Έλληνες υπήκοοι
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | subject |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | subjects |
| αόριστος | subjected |
| παθητική μετοχή | subjected |
| ενεργητική μετοχή | subjecting |
- υπόκειμαι
The employees are subject to the control of their directors.
- Οι υπάλληλοι υπόκεινται στον έλεγχο των διευθυντών τους.
Πηγές
[επεξεργασία]- subject (adjective) - Oxford Learner's Dictionaries
- subject (noun) - Oxford Learner's Dictionaries
- subject (verb) - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 370, 918. ISBN 9780194325684., λήμμα: θέμα, υπόθεση