Μετάβαση στο περιεχόμενο

καθορίζομαι

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος

[επεξεργασία]

καθορίζομαι

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]