καθορίζομαι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ρηματικός τύπος
[επεξεργασία]καθορίζομαι
- παθητική φωνή του ρήματος καθορίζω
Κλίση
[επεξεργασία] Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | καθορίζομαι | καθοριζόμουν(α) | θα καθορίζομαι | να καθορίζομαι | ||
| β' ενικ. | καθορίζεσαι | καθοριζόσουν(α) | θα καθορίζεσαι | να καθορίζεσαι | (καθορίζου) | |
| γ' ενικ. | καθορίζεται | καθοριζόταν(ε) | θα καθορίζεται | να καθορίζεται | ||
| α' πληθ. | καθοριζόμαστε | καθοριζόμαστε καθοριζόμασταν |
θα καθοριζόμαστε | να καθοριζόμαστε | ||
| β' πληθ. | καθορίζεστε | καθοριζόσαστε καθοριζόσασταν |
θα καθορίζεστε | να καθορίζεστε | (καθορίζεστε) | |
| γ' πληθ. | καθορίζονται | καθορίζονταν καθοριζόντουσαν |
θα καθορίζονται | να καθορίζονται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | καθορίστηκα | θα καθοριστώ | να καθοριστώ | καθοριστεί | ||
| β' ενικ. | καθορίστηκες | θα καθοριστείς | να καθοριστείς | καθορίσου | ||
| γ' ενικ. | καθορίστηκε | θα καθοριστεί | να καθοριστεί | |||
| α' πληθ. | καθοριστήκαμε | θα καθοριστούμε | να καθοριστούμε | |||
| β' πληθ. | καθοριστήκατε | θα καθοριστείτε | να καθοριστείτε | καθοριστείτε | ||
| γ' πληθ. | καθορίστηκαν καθοριστήκαν(ε) |
θα καθοριστούν(ε) | να καθοριστούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω καθοριστεί | είχα καθοριστεί | θα έχω καθοριστεί | να έχω καθοριστεί | καθορισμένος | |
| β' ενικ. | έχεις καθοριστεί | είχες καθοριστεί | θα έχεις καθοριστεί | να έχεις καθοριστεί | ||
| γ' ενικ. | έχει καθοριστεί | είχε καθοριστεί | θα έχει καθοριστεί | να έχει καθοριστεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε καθοριστεί | είχαμε καθοριστεί | θα έχουμε καθοριστεί | να έχουμε καθοριστεί | ||
| β' πληθ. | έχετε καθοριστεί | είχατε καθοριστεί | θα έχετε καθοριστεί | να έχετε καθοριστεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν καθοριστεί | είχαν καθοριστεί | θα έχουν καθοριστεί | να έχουν καθοριστεί | ||
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] καθορίζομαι
|
|