πείραμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πείραμα πειράματα
γενική πειράματος πειραμάτων
αιτιατική πείραμα πειράματα
κλητική πείραμα πειράματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

πείραμα < μεσαιωνική ελληνική πείραμα < αρχαία ελληνική πειρῶμαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

πείραμα ουδέτερο

  1. παρατήρηση ενός φαινομένου κατά τις κατάλληλες συνθήκες οι οποίες μπορούν να ξαναδημιουργηθούν, με σκοπό τον έλεγχο μιας επιστημονικής θεωρίας
  2. δοκιμή μιας μεθόδου ή μιας προσέγγισης για να διαπιστωθεί αν είναι κατάλληλη για μια ορισμένη χρήση
  3. εφαρμογή ενός σχεδίου που δεν έχει δοκιμαστεί, με την ελπίδα ότι θα επιτύχει


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]