Versuch

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γερμανικά (de) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική der Versuch die Versuche
γενική des Versuchs
des Versuches
der Versuche
δοτική dem Versuch den Versuchen
αιτιατική den Versuch die Versuche

Versuch (de) αρσενικό

  1. δοκιμή
  2. απόπειρα