expérience

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : experience

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

expérience 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
expérience expériences

expérience (fr) θηλυκό

  1. η εμπειρία, η πείρα
    il a de l'expérience - είναι έμπειρος
  2. το πείραμα
    il aime faire des expériences - του αρέσει να κάνει πειράματα