experience

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: expérience

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
experience experiences

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɪkˈspɪə.ri.əns/ (βρετανικό)
Audio (ΗΒ) 
ΔΦΑ : /ɪkˈspɪr.i.əns/ (ΗΠΑ)
Audio (ΗΠΑ) 
τυπογραφικός συλλαβισμός: ex‐pe‐ri‐ence

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

experience (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)

  1. η εμπειρία
  2. (μετρήσιμο) η δραστηριότητα που έχει πραγματοποιηθεί
  3. (μετρήσιμο) η συλλογή εκδηλώσεων ή/και δραστηριοτήτων από τις οποίες ένα άτομο ή μια ομάδα μπορεί να συγκεντρώσει γνώσεις, απόψεις και δεξιότητες
  4. (μη μετρήσιμο) η γνώση
     αντώνυμα: inexperience
  5. (παρωχημένο, μη μετρήσιμο) η δοκιμασία, το πείραμα

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

ενεστώτας experience
γ΄ ενικό ενεστώτα experiences
αόριστος experienced
παθητική μετοχή experienced
ενεργητική μετοχή experiencing
  1. το να αισθάνομαι, νιώθω κάτι
  2. το να βιώνω κάτι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]