Μετάβαση στο περιεχόμενο

inexperience

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

inexperience (en) (μη μετρήσιμο)

  • η απειρία
    παράδειγμα  She took advantage of her ignorance.
    Εκμεταλλεύτηκε την απειρία της.