experiment
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| experiment | experiments |
experiment (en) (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο)
- το πείραμα, επιστημονική δοκιμή
Experiments on humans are prohibited.
- Απαγορεύονται τα πειράματα σε ανθρώπους.
- το πείραμα, πράξη που γίνεται για να ελεγχθεί και να δοκιμαστεί η ορθότητα μιας μεθόδου, ενός σχεδίου δράσης, μιας άποψης κτλ.
I don’t think we’ll succeed, but let’s do an experiment.
- Δε νομίζω πως θα πετύχουμε, αλλά ας κάνουμε ένα πείραμα.
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | experiment |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | experiments |
| αόριστος | experimented |
| παθητική μετοχή | experimented |
| ενεργητική μετοχή | experimenting |
experiment (en)
- πειραματίζομαι
I am experimenting with new ideas.
- Πειραματίζομαι με νέες μεθόδους.