επιλογή

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επιλογή επιλογές
γενική επιλογής επιλογών
αιτιατική επιλογή επιλογές
κλητική επιλογή επιλογές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

επιλογή < ελληνιστική κοινή ἐπιλογή

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

επιλογή θηλυκό

  1. το να αποφασίζει κανείς ότι ένα πράγμα ή πρόσωπο είναι καλύτερο ή πιο κατάλληλο από άλλα για κάτι, το να διαλέγει κανείς κάτι ή κάποιον
  2. η ικανότητα ή δυνατότητα να διαλέξει κανείς κάτι ή κάποιον
  3. ένα από το σύνολο πραγμάτων ή προσώπων από το οποίο μπορεί κανείς να διαλέξει
  4. κάτι η κάποιος που διαλέχτηκε
  5. σύνολο επιλεγμένων στοιχείων
    μια επιλογή εκθεμάτων του μουσείου
  6. μια αποφαση ενος προσώπου για κατι.

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • φυσική επιλογή ή επιλογή των ειδών: όρος της βιολογίας, που περιγράφει την διαδικασία της εξέλιξης των ειδών, σύμφωνα με την ικανότητά τους να προσαρμόζονται και να επιβιώνουν


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]