διαλέγω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διαλέγω < αρχαία ελληνική διαλέγω < διά + λέγω (τακτοποιώ)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

διαλέγω

  1. επιλέγω με βάση ένα κριτήριο
  2. απομακρύνω από ένα σύνολο τα άχρηστα, ξεδιαλέγω, ξεσκαρτάρω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

(Α΄ομάδα)

(Β΄ομάδα)

Σημείωση: Εξαιτίας της διπλής σημασίας του αρχαίου λέγω (ομιλώ και τακτοποιώ-διευθετώ) τα σημερινά ομόρριζα του διαλέγω εμφανίζονται να ανήκουν σε δύο διαφορετικές ομάδες σημασιών

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]