κριτήριο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κριτήριο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική κριτήριον
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /kɾiˈti.ɾi.o/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κρι‐τή‐ρι‐ο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κριτήριο ουδέτερο
- το στοιχείο που είναι η βάση μιας κρίσης, μιας κριτικής
- ※ Η Νουβέλ Βαγκ αποτέλεσε περισσότερο κίνημα και όχι σχολή, μιας που δεν υπάρχουν κριτήρια πέραν από αντίθεση στη κινηματογραφική καθεστηκυία τάξη. […] Η Νουβέλ Βαγκ υπενθυμίζει στους καλλιτέχνες να επικεντρώνονται και να ερευνούν εις βάθος τα προβλήματα, που ταλανίζουν τις σύγχρονες κοινωνίες και να μην αναλώνονται σε περιττές αναλύσεις.
- Παπαγιαννόπουλος Αριστείδης – Δαυίδ. Η φιλοσοφία του Τρόμου στον Κινηματογράφο, [μεταπτυχιακή εργασία], Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (ΕΑΠ), Σχολή Ανθρωπιστικών Επιστημών, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Φιλοσοφία και Τέχνες», Μόναχο, 2024 @apothesis.eap.gr
- → δείτε τις εκφράσεις οπτική γωνία και μέτρο αξιολόγησης
- ※ Η Νουβέλ Βαγκ αποτέλεσε περισσότερο κίνημα και όχι σχολή, μιας που δεν υπάρχουν κριτήρια πέραν από αντίθεση στη κινηματογραφική καθεστηκυία τάξη. […] Η Νουβέλ Βαγκ υπενθυμίζει στους καλλιτέχνες να επικεντρώνονται και να ερευνούν εις βάθος τα προβλήματα, που ταλανίζουν τις σύγχρονες κοινωνίες και να μην αναλώνονται σε περιττές αναλύσεις.
Συγγενικά
[επεξεργασία]→ και δείτε τη λέξη κρίνω
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πρόσωπο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)