κριτήριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κριτήριο τα κριτήρια
      γενική του κριτηρίου
& κριτήριου
των κριτηρίων
& κριτήριων
    αιτιατική το κριτήριο τα κριτήρια
     κλητική κριτήριο κριτήρια
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κριτήριο < αρχαία ελληνική κριτήριον

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κριτήριο ουδέτερο

  1. χαρακτηριστικό ενός προσώπου, πράγματος ή κατάστασης που λαμβάνεται υπόψη πριν οδηγηθούμε σε μια απόφαση ή χρησιμεύει σε μια διαδικασία επιλογής
  2. (παρωχημένο) δικαστήριο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]