Μετάβαση στο περιεχόμενο

choose

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας choose
γ΄ ενικό ενεστώτα chooses
αόριστος chose
παθητική μετοχή chosen
ενεργητική μετοχή choosing
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

choose (en)

  1. (μεταβατικό και αμετάβατο) διαλέγω, επιλέγω, αποφασίζω τι θέλω από αυτά που είναι διαθέσιμα
    παράδειγμα  She chose the biggest apples.
    Διάλεξε τα μεγαλύτερα μήλα.
    παράδειγμα  They chose a book suitable for children.
    Διάλεξαν ένα βιβλίο κατάλληλο για παιδιά.
    παράδειγμα  He chose the best girl.
    Διάλεξε την καλύτερη κοπέλα.
    παράδειγμα  Stop choosing already and decide finally.
    Μη διαλέγεις άλλο, αποφάσισε επιτέλους.
    παράδειγμα  He was chosen for a very good position.
    Τον διάλεξαν για μια πολύ καλή θέση.
    παράδειγμα  He knows how to choose.
    Ξέρει να διαλέγει.
    παράδειγμα  I don’t regret the life I chose.
    Δε μετανιώνω για τη ζωή που διάλεξα.
    παράδειγμα  The teacher chooses certain books and recommends them to his students.
    Ο καθηγητής επιλέγει ορισμένα βιβλία και τα συνιστά στους μαθητές του.
    παράδειγμα  Choose your words carefully.
    Επέλεξε το λόγια σου προσεκτικά.
     συνώνυμα:  decide, decide on και select
  2. (μεταβατικό και αμετάβατο) προτιμώ να κάνω κάτι
    παράδειγμα  I chose not to speak.
    Προτίμησα να μη μιλήσω.
    παράδειγμα  Do as you choose.
    Όπως προτιμάτε.
     συνώνυμα: prefer

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]