Μετάβαση στο περιεχόμενο

choosy

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός choosy
συγκριτικός choosier
υπερθετικός choosiest

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
choosy < choose + -y

Επίθετο

[επεξεργασία]

choosy (en)

  • (ανεπίσημο) εκλεκτικός, που προσέχει πολύ τι επιλέγει ώστε να του ταιριάζει
    παράδειγμα  She is very choosy about her food.
    Είναι πολύ εκλεκτική στο θέμα του φαγητού.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη fastidious