Μετάβαση στο περιεχόμενο

ερώτημα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ερώτημα τα ερωτήματα
      γενική του ερωτήματος των ερωτημάτων
    αιτιατική το ερώτημα τα ερωτήματα
     κλητική ερώτημα ερωτήματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ερώτημα < λείπει η ετυμολογία

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /eˈɾo.ti.ma/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ερώτημα ουδέτερο

  1. ερώτηση
      Όταν εντολοδόχος ισχυρίζεται ότι έχει κερδίσει το δικαίωμα σε προμήθεια το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο, βασιζόμενοι στη σωστή ερμηνεία της σύμβασης μεταξύ του εντολέα και του εντολοδόχου, το γεγονός που θα έπρεπε να πραγματοποιηθεί για να είναι πληρωτέα η προμήθεια, έχει στην ουσία πραγματοποιηθεί. (Επιθεώρηση Κυπριακού Δικαίου, τόμος 8, 1990, σελ. 4722)
  2. (βάσεις δεδομένων) κατηγορία εντολών προς αναζήτηση πληροφοριών σε βάση δεδομένων (πχ. select ... from ... )

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]