Μετάβαση στο περιεχόμενο

einfach

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
einfach < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική einfach (αρχική σημασία: που γίνεται μία φορά) < ein + -fach, όπως zweifach (διπλός), dreifach (τριπλός), κ.ο.κ. [1] [2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈaɪ̯nfax/
ⓘ 
τυπογραφικός συλλαβισμός : ein‐fach

Επίθετο

[επεξεργασία]

einfach (de) , συγκριτικός : einfacher, υπερθετικός : am einfachsten

  1. απλός, εύκολος
    παράδειγμα Das ist eine sehr einfache Arbeit, die könnte jeder machen.
         Είναι πολύ εύκολη δουλειά, ο οποιοσδήποτε θα μπορούσε να τη κάνει.
    ≈ συνώνυμα: leicht
    ≠ αντώνυμα: kompliziert, schwer, schwierig
  2. μονός, που δεν επαναλαμβάνεται
    παράδειγμα Eine einfache Fahrkarte nach Berlin.
         Ένα μονό εισιτήριο για το Βερολίνο.
    ≈ συνώνυμα: einmalig
    ≠ αντώνυμα: mehrfach
  3. λιτός
    παράδειγμα Er führt ein einfaches Leben.
         Ζει μια λιτή ζωή.
    ≈ συνώνυμα: bescheiden, schlicht
    ≠ αντώνυμα: aufwendig
  4. συνήθως
    παράδειγμα Die einfachen Soldaten haben keinen Zugang zu den Gruppenräumen der Offiziere.
         Οι συνήθεις στρατιώτες δεν έχουν πρόσβαση στις αίθουσες συσκέψεων των αξιωματικών.
  5. (μαθηματικά) απλός
    παράδειγμα Die zyklischen Gruppen sind Beispiele für endlich einfache Gruppen.
         Οι κυκλικές ομάδες αποτελούν παραδείγματα πεπερασμένων απλών ομάδων.

Επίρρημα

[επεξεργασία]

einfach (de)

  1. απλά
    παράδειγμα Das ist einfach nicht wahr!
         Αυτό απλά δεν είναι αλήθεια!


Συγγενικά

[επεξεργασία]

Επίρρημα

[επεξεργασία]

einfach (de)

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ↑ einfach - Duden online.
  2. ↑ einfach @DWDS - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).