einfach
Εμφάνιση
Γερμανικά (de)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈaɪ̯nfax/
- ⓘ
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ein‐fach
Επίθετο
[επεξεργασία]einfach (de) , συγκριτικός : einfacher, υπερθετικός : am einfachsten
- απλός, εύκολος
- μονός, που δεν επαναλαμβάνεται
- λιτός
Er führt ein einfaches Leben.
Ζει μια λιτή ζωή.- ≈ συνώνυμα: bescheiden, schlicht
- ≠ αντώνυμα: aufwendig
- συνήθως
Die einfachen Soldaten haben keinen Zugang zu den Gruppenräumen der Offiziere.
Οι συνήθεις στρατιώτες δεν έχουν πρόσβαση στις αίθουσες συσκέψεων των αξιωματικών.
- (μαθηματικά) απλός
Die zyklischen Gruppen sind Beispiele für endlich einfache Gruppen.
Οι κυκλικές ομάδες αποτελούν παραδείγματα πεπερασμένων απλών ομάδων.
Επίρρημα
[επεξεργασία]einfach (de)
- απλά
Das ist einfach nicht wahr!
Αυτό απλά δεν είναι αλήθεια!
Κλίση
[επεξεργασία]Θετικός βαθμός του einfach
| γένος | ενικός | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|
| αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | όλα τα γένη | ||
| ως κατηγορούμενο | er ist einfach | sie ist einfach | es ist einfach | sie sind einfach | |
| κλίση χωρίς άρθρο | ονομαστική | einfacher | einfache | einfaches | einfache |
| γενική | einfachen | einfacher | einfachen | einfacher | |
| δοτική | einfachem | einfacher | einfachem | einfachen | |
| αιτιατική | einfachen | einfache | einfaches | einfache | |
| με οριστικό άρθρο | ονομαστική | der einfache | die einfache | das einfache | die einfachen |
| γενική | des einfachen | der einfachen | des einfachen | der einfachen | |
| δοτική | dem einfachen | der einfachen | dem einfachen | der einfachen | |
| αιτιατική | den einfachen | die einfache | das einfache | die einfachen | |
| με αόριστο άρθρο | ονομαστική | ein einfacher | eine einfache | ein einfaches | (keine) einfachen |
| γενική | eines einfachen | einer einfachen | eines einfachen | (keiner) einfachen | |
| δοτική | einem einfachen | einer einfachen | einem einfachen | (keinen) einfachen | |
| αιτιατική | einen einfachen | eine einfache | ein einfaches | (keine) einfachen | |
Συγκριτικός βαθμός του einfach
Υπερθετικός βαθμός του einfach
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]einfach (de)
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ einfach - Duden online.
- ↑ einfach @DWDS - Digitales Wörterbuch der deutschen Sprache [Ψηφιακό λεξικό της γερμανικής γλώσσας]. Berlin-Brandenburgische Akademie der Wissenschaften (BBAW) (Ακαδημία Επιστημών [και Ανθρωπιστικών Επιστημών] του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου).
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τη μέση άνω γερμανική (γερμανικά)
- Προέλευση λέξεων από τη μέση άνω γερμανική (γερμανικά)
- Λέξεις με επίθημα -fach (γερμανικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (γερμανικά)
- Λήμματα με ήχο στην προφορά (γερμανικά)
- Γερμανική γλώσσα
- Επίθετα (γερμανικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γερμανικά)
- Μαθηματικά (γερμανικά)
- Επιρρήματα (γερμανικά)