ανήθικος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ανήθικος ανήθικη ανήθικο
γενική ανήθικου ανήθικης ανήθικου
αιτιατική ανήθικο ανήθικη ανήθικο
κλητική ανήθικε ανήθικη ανήθικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ανήθικοι ανήθικες ανήθικα
γενική ανήθικων ανήθικων ανήθικων
αιτιατική ανήθικους ανήθικες ανήθικα
κλητική ανήθικοι ανήθικες ανήθικα


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανήθικος < αν- στερητικό + ηθικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ανήθικος -η -ο

  1. χαρακτηρισμός για πρόσωπο που παραβιάζει τους αποδεκτούς ηθικούς κανόνες
  2. χαρακτηρισμός για ενέργεια που αντιβαίνει στην ηθική
  3. (ειδικότερα) χαρακτηρισμός για ενέργεια που αντιβαίνει στην κρατούσα ηθική σχετικά με τις σεξουαλικές σχέσεις
    ανήθικες προτάσεις

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]