darling

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

darling (en)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

darling (en)

  • η αγάπη (μου)
    Hello, darling! - Γεια σου, αγάπη!
    she is the darling of the media - είναι το χαϊδεμένο/η αγάπη των μέσων μαζικής ενημέρωσης