τίμιος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

τίμιος < αρχαία ελληνική τίμιος < τιμή, τιμῶ

Επίθετο[επεξεργασία]

τίμιος -α -ο

  1. έντιμος, ηθικός, ευσυνείδητος
     αντώνυμα: άτιμος, ανέντιμος, ανήθικος
  2. ιερός, όσιος
     αντώνυμα: ανίερος, ανόσιος

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • τίμια δώρα: (θρησκεία) στη χριστιανική εκκλησιαστική ορολογία, ο άρτος και ο οίνος της Θείας Ευχαριστίας
  • τίμιο ξύλο: (θρησκεία) κομμάτι από το Σταυρό του Ιησού Χριστού

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]