άτιμος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | άτιμος | η | άτιμη | το | άτιμο |
| γενική | του | άτιμου | της | άτιμης | του | άτιμου |
| αιτιατική | τον | άτιμο | την | άτιμη | το | άτιμο |
| κλητική | άτιμε | άτιμη | άτιμο | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | άτιμοι | οι | άτιμες | τα | άτιμα |
| γενική | των | άτιμων | των | άτιμων | των | άτιμων |
| αιτιατική | τους | άτιμους | τις | άτιμες | τα | άτιμα |
| κλητική | άτιμοι | άτιμες | άτιμα | |||
| Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- άτιμος < αρχαία ελληνική ἄτιμος < ἀ- + τιμή
Προφορά
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]άτιμος, -η, -ο
- που δε φέρεται με εντιμότητα, δε δείχνει ή δε φανερώνει εντιμότητα, κι έτσι δεν τον εμπιστεύονται ή δεν τον εκτιμούν
- (μεταφορικά, οικείο) θετικός χαρακτηρισμός για κάποια καλή συμπεριφορά ή ικανότητα που έχει κάποιος
- ※ Σήμερα φαίνομαι αρκετά νέα, άλλαξα λουκ, το μαλλί είναι σγουρό -ας είναι καλά η περούκα- μέχρι και κατάμαυρα μάτια απέκτησα σήμερα, ας είναι καλά οι φακοί επαφής. Τελικά, όταν φτιάχνομαι μπορώ να γίνομαι πολύ γκόμενα. Μπήκα στο γραφείο με τακουνάρες και κόκκινο στενό παντελόνι. Νεανίζω η άτιμη τώρα που χώρισα από τον πρώην μου. (Μίλτος Μόσχος, Ένα ξεχασμένο έγκλημα στο Ναύπλιο, 2021, σελ. 212)
- ※ […] Ο άτιμος ο γαμπρός του, όσο απωθητικός ήταν όταν τον έπιαναν τα διαόλια του, τόσο μαγευτικός γινόταν όταν έπιανε να παίζει ούτι και να τραγουδάει.
- Βασίλης Δανέλλης, Μαύρη μπίρα, εκδόσεις: Καστανιώτη, Αθήνα 2011, ISBN 9789600353181, @google.gr/books
- ≈ συνώνυμα: μπαγάσικος, μπαγάσας
- (μεταφορικά) (οικείο) αρνητικός χαρακτηρισμός για κάποια κακή συμπεριφορά ή κάτι που μας δυσκολεύει