Μετάβαση στο περιεχόμενο

άτιμος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἄτιμος, ατίμητος, ανεκτίμητος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο άτιμος η άτιμη το άτιμο
      γενική του άτιμου της άτιμης του άτιμου
    αιτιατική τον άτιμο την άτιμη το άτιμο
     κλητική άτιμε άτιμη άτιμο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι άτιμοι οι άτιμες τα άτιμα
      γενική των άτιμων των άτιμων των άτιμων
    αιτιατική τους άτιμους τις άτιμες τα άτιμα
     κλητική άτιμοι άτιμες άτιμα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
άτιμος < αρχαία ελληνική ἄτιμος < ἀ- + τιμή

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈa.ti.mos/

Επίθετο

[επεξεργασία]

άτιμος, -η, -ο

  1. που δε φέρεται με εντιμότητα, δε δείχνει ή δε φανερώνει εντιμότητα, κι έτσι δεν τον εμπιστεύονται ή δεν τον εκτιμούν
     συνώνυμα: ανέντιμος, αχρείος, ελεεινός
     αντώνυμα: έντιμος, τίμιος
  2. (μεταφορικά, οικείο) θετικός χαρακτηρισμός για κάποια καλή συμπεριφορά ή ικανότητα που έχει κάποιος
      Σήμερα φαίνομαι αρκετά νέα, άλλαξα λουκ, το μαλλί είναι σγουρό -ας είναι καλά η περούκα- μέχρι και κατάμαυρα μάτια απέκτησα σήμερα, ας είναι καλά οι φακοί επαφής. Τελικά, όταν φτιάχνομαι μπορώ να γίνομαι πολύ γκόμενα. Μπήκα στο γραφείο με τακουνάρες και κόκκινο στενό παντελόνι. Νεανίζω η άτιμη τώρα που χώρισα από τον πρώην μου. (Μίλτος Μόσχος, Ένα ξεχασμένο έγκλημα στο Ναύπλιο, 2021, σελ. 212)
      [] Ο άτιμος ο γαμπρός του, όσο απωθητικός ήταν όταν τον έπιαναν τα διαόλια του, τόσο μαγευτικός γινόταν όταν έπιανε να παίζει ούτι και να τραγουδάει.
    Βασίλης Δανέλλης, Μαύρη μπίρα, εκδόσεις: Καστανιώτη, Αθήνα 2011, ISBN 9789600353181, @google.gr/books
     συνώνυμα: μπαγάσικος, μπαγάσας
  3. (μεταφορικά) (οικείο) αρνητικός χαρακτηρισμός για κάποια κακή συμπεριφορά ή κάτι που μας δυσκολεύει
     συνώνυμα: αναθεματισμένος, καταραμένος

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]