ελεεινός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ελεεινός ελεεινή ελεεινό
γενική ελεεινού ελεεινής ελεεινού
αιτιατική ελεεινό ελεεινή ελεεινό
κλητική ελεεινέ ελεεινή ελεεινό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ελεεινοί ελεεινές ελεεινά
γενική ελεεινών ελεεινών ελεεινών
αιτιατική ελεεινούς ελεεινές ελεεινά
κλητική ελεεινοί ελεεινές ελεεινά


Ετυμολογία [επεξεργασία]

ελεεινός < αρχαία ελληνική ἐλεεινός (αξιολύπητος)

Επίθετο[επεξεργασία]

ελεεινός

  1. (για πρόσωπα) πολύ κακού χαρακτήρα
    Συνώνυμα ποταπός, τιποτένιος, φαύλος
  2. (για καταστάσεις ή πράγματα) πολύ κακής ποιότητας, χάλια

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ζητάω ελεεινά συγγνώμη: σαρκασμός από άτομο που του ζητούν να ζητήσει συγγνώμη για κάτι, και μη αποδεχόμενος ειρωνεύεται την φράση ζητάω ταπεινά συγγνώμη

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • η αρχαία ελληνική λέξη δεν είχε τη σημερινή κακόσημη έννοια

Μεταφράσεις[επεξεργασία]