χάλια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

χάλια < χάλι

Επίρρημα[επεξεργασία]

χάλια

Συνώνυμα[επεξεργασία]

  • άθλια
  • (άλλο ύφος, πιο ανεπίτρεπτο) σκατά
  • (άλλο ύφος, χυδαίο) γάμησέ τα, γάμα τα

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

χάλια