άθλια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

άθλια < άθλιος

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

άθλια

  1. κατά τρόπο άθλιο, αισχρά
    μου συμπεριφέρθηκε άθλια
  2. άσχημα
    ήταν ντυμένος άθλια


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

άθλια

  1. θηλυκό του άθλιος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του ενικού
  2. ουδέτερο του άθλιος, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού