σκατά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκατά < πληθυντικός του σκατό

Open book 01.svg Επιφώνημα[επεξεργασία]

σκατά

  • (χυδαίο) λέγεται για να δηλώσουμε μεγάλο εκνευρισμό και απογοήτευση

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • σκατά κι απόσκατα: χάλια
  • να φας σκατά (μαλάκα)/σκατά να φας (μαλάκα): σε μισώ

Open book 01.svg Λογοπαίγνια[επεξεργασία]

  • κλίνε το ουσιαστικό η καταναφή στην καθαρεύουσα: παλιό αστείο δάσκαλων σε μαθητές

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

σκατά ουδέτερο