bok

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νορβηγικά (no) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

bok 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bok (no)



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /bɔk/
bok 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bok (pl) αρσενικό

  1. η πλευρά με τις έννοιες:
    το αριστερό ή δεξιό τμήμα ανθρώπου, ζώου ή πράγματος
    (γεωμετρία) ευθύγραμμο τμήμα που συνδέει δύο άλλα σε κλειστή γραμμή

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]



Σουηδικά (sv) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

bok 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bok (sv)

  1. βιβλίο
  2. οξιά



Τουρκικά (tr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bok (tr)