οξιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

οξιές στη Γερμανία (Fagus sylvatica)
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η οξιά οι οξιές
      γενική της οξιάς των οξιών
    αιτιατική την οξιά τις οξιές
     κλητική οξιά οξιές
όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

οξιά < μεσαιωνική ελληνική ὀξιά < ελληνιστική κοινή ὀξέα< ελληνιστική κοινή ὀξύα

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /oˈksça/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ο‐ξιά

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

οξιά θηλυκό

  1. (βοτανική) φυλλοβόλο δέντρο του γένους Fagus που έχει λεπτά πράσινα μυτερά και ωοειδή φύλλα, λείο και γκρίζο κορμό και μικρούς καρπούς, σε τριγωνικό σχήμα με ακανθώδες ξυλώδες κάλυμμα· περιλαμβάνει δέκα είδη που συναντώνται στην Ευρώπη, Ασία και Βόρειο Αμερική
  2. (συνεκδοχικά) το ξύλο του δέντρου της οξιάς

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]