buk

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Βολαπούκ (vo) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

buk (vo)



Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

buk 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

buk (pl) αρσενικό

  1. (βοτανική), (κοινά) οξιά