σκατό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σκατό τα σκατά
      γενική του σκατού των σκατών
    αιτιατική το σκατό τα σκατά
     κλητική σκατό σκατά
όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σκατό < μεσαιωνική ελληνική σκατόν < αρχαία ελληνική σκῶρ (γενική: του σκατός)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ska.ˈtɔ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σκατό ουδέτερο

  1. κοινή ονομασία του περιττώματος, του αποπατήματος ανθρώπου
     συνώνυμα: αποπάτημα, αφόδευμα, κόπρανο, κουράδι, μαγαρισιά, περίττωμα, σταρόλασπη, τσιρλιά
  2. κοινή ονομασία του περιττώματος, του αποπατήματος ζώου
     συνώνυμα: βουρβουλιά, καβαλίνα, κατσίπορδο, κοπριά, κουράδι, κουτσουλιά, μυγόχεσμα, ποντικοκούραδο, σβουνιά, ψυλλόχεσμα
  3. (μεταφορικά) ως ουσιαστικοποιημένο επίθετο χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει άτομα νεαρής ηλικίας
    αυτό το παιδί είναι μια σταλιά σκατό και αντιμιλάει στους μεγάλους

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]