μαλάκας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μαλάκας μαλάκες
γενική μαλάκα
αιτιατική μαλάκα μαλάκες
κλητική μαλάκα μαλάκες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαλάκας < μεσαιωνική ελληνική μαλάκα (θηλυκό: μαλάκυνση) < ελληνιστική κοινή μαλακός (παθητικός ομοφυλόφιλος) < αρχαία ελληνική μαλακός < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *mlakos

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ma. 'la .kas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μαλάκας αρσενικό

  1. (κυριολεκτικά) αυτός που αυνανίζεται
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αυνανιζόμενος
  2. (μεταφορικά) (μειωτικά) ο αποβλακωμένος, ο αποχαυνωμένος
  3. (μεταφορικά) (υβριστικά) ο ποταπός, ο απεχθής
  4. ο ηλίθιος, ο χαζός, ο κουτός, το κορόιδο
  5. (οικείο) (προφορικό) (φιλική) προσφώνηση
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: φίλος

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • είμαι περήφανος που είμαι μαλάκας: συνήθως απάντηση σε υβριστή, έχω αυτοπεποίθηση αδιαφορώντας για την αρνητική γνώμη των άλλων, αρέσκομαι να ενοχλώ
  • την μαλακία πολλοί αγάπησαν, τον μαλάκα ουδείς: ο ενοχλητικός/αδιάφορος/αγενής/υπερόπτης δεν έχει ενσυναίσθηση, ο ίδιος νοιώθει καλά με τις πράξεις του, μα ενοχλεί τους άλλους με την συμπεριφορά του
  • κόψε (λίγο) τη μαλακία: μην κάνεις βλακείες
  • η μαλακία πάει σύννεφο: γίνονται πολλά ή από πολλούς συμπεριφορικά λάθη
  • μπροστά στη μαλακία, τύφλα να 'χει το γαμήσι: την βρίσκω και μόνος μου, αυτοσυντονίζομαι καλύτερα μόνος μου παρά με παρτενέρ
  • όταν δεις μαλάκα, πες καθρέφτης: η φράση είσαι μαλάκας ειπωμένη με γρίφο
  • κοίτα (ρε) ένα μαλάκα/είσαι πολύ (μεγάλος) μαλάκας/πόσα κιλά μαλάκας είσαι/η πολύ μαλακία σε τύφλωσε/η μαλακία σε βάρεσε στον εγκέφαλο/η μαλακία σε βάρεσε κατακούτελα: επιφωνηματική φράση αγανάκτησης ή απόρριψης
  • (πιο αναλυτικά μια απ' τις παραπάνω εκφράσεις) πόσα κιλά μαλάκας είσαι;: έκανες μεγάλη βλακεία, είσαι πολύ λάθος, έχεις λάθος στάση
  • (καλά) ρε μαλάκα...: δίνοντας έμφαση στη φράση, συχνά επιπληκτικά
  • αν στερέψ' η μαλακία, ο μαλάκας παραμένει: ο χαρακτήρας δεν αλλάζει ακόμα και σε ευνοϊκές συνθήκες
  • αν η μαλακία ήταν άθλημα ο τάδε θα ήταν πρώτος: μειωτική-σκωπτική απόρριψη

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

αγγλικά: αρνητική σημασία: bugger (en), ψωλόχυμα-καριόλης: jerk off (en), μειωτικά φιλικό-σκωπτικό: little bugger (en)

Open book 01.svg Κλιτή μορφή ουσιαστικού[επεξεργασία]

μαλάκας