μαλακισμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική μαλακισμένος μαλακισμένη μαλακισμένο
γενική μαλακισμένου μαλακισμένης μαλακισμένου
αιτιατική μαλακισμένο μαλακισμένη μαλακισμένο
κλητική μαλακισμένε μαλακισμένη μαλακισμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική μαλακισμένοι μαλακισμένες μαλακισμένα
γενική μαλακισμένων μαλακισμένων μαλακισμένων
αιτιατική μαλακισμένους μαλακισμένες μαλακισμένα
κλητική μαλακισμένοι μαλακισμένες μαλακισμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μαλακισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος μαλακίζομαι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

μαλακισμένος -η -ο

  1. (υβριστικό) που μιλά ή ενεργεί ανόητα, που κάνει μαλακίες
  2. (υβριστικό) ο ανόητος, ο ηλίθιος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]