con

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

Ετυμολογία 1[επεξεργασία]

con < confidence

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kɒn/

Ρήμα[επεξεργασία]

con (en)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]

  • con, στο Cambridge Dictionary· πρόσβαση: 2020-02-18.

Ετυμολογία 2[επεξεργασία]

con < console

Συντομομορφή[επεξεργασία]

con (en)

Άλλες γραφές[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

con < λατινική cunnus

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kɔ̃/
 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
con cons

con (fr) αρσενικό

  1. (χυδαίο) το μουνί
     συνώνυμα: chatte, pubis, sexe, vagin, vulve
  2. (μειωτικό) μαλάκας (θηλυκό: conne)
     συνώνυμα: enfoiré

Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό con cons
θηλυκό conne connes

con (fr)

  1. (λαϊκό) βλάκας, ηλίθιος, χαζός
     συνώνυμα: bête, stupide
  2. (λαϊκό) βλακώδης (για πράγματα που προκαλούν αρνητική έκπληξη)
     συνώνυμα: inepte, ridicule

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]