console

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

console (en)

  1. η κονσόλα
  2. (πληροφορική) κονσόλα, το απλό τερματικό υπολογιστή που απεικονίζει κείμενο

Ρήμα[επεξεργασία]

  1. παρηγορώ



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

console (fr)