παρηγορώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- παρηγορώ < αρχαία ελληνική παρήγορος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pa.ɾi.ɣoˈɾo/
Ρήμα
[επεξεργασία]παρηγορώ
- μειώνω τη θλίψη ή τον ψυχικό πόνο κάποιου προσώπου, κάνοντας ή λέγοντας ό,τι θα μπορούσε να του δώσει κουράγιο, θάρρος ή κάποια αίσθηση ασφάλειας
- ※ «Το ομηρικό ρήμα παραμυθεύομαι σημαίνει συμβουλεύω, αργότερα έγινε παρηγορώ» . «Μόνο τα ζώδια παρηγορούν και συμβουλεύουν ... Αλήθεια, τι ζώδιο είσαι; » αστειεύτηκα. (Σοφία Μαντουβάλου, Χαρέμι ανδρών, εκδ. Καστανιώτη, 2011)
- ※ ποτέ οι πωλήσεις των βιβλίων μου δεν ξεπερνούσαν το φράγμα της πρώτης, άντε το πολύ της δεύτερης έκδοσης. «Μη στενοχωριέσαι. Είναι γιατί είσαι ιδιαίτερος συγγραφέας. Σε διαβάζουν λίγοι αλλά εκλεκτοί ... » Με τέτοια με παρηγορούσε ο μπαγάσας. Ήταν από τους δυο τρεις που έβγαινα για ποτό και που εμπιστευόμουν τα χειρόγραφα να ακούσω τη γνώμη τους. (Κώστας Ακριβός, Γάλα Μαγνησίας, εκδ. Μεταίχμιο, 2018)