κουράγιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κουράγιο κουράγια
γενική κουράγιου κουράγιων
αιτιατική κουράγιο κουράγια
κλητική κουράγιο κουράγια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κουράγιο < ιταλική coraggio (θάρρος, αντοχή) < παλαιά προβηγκιανή γλώσσα coratge < αρχαία γαλλικά corage < δημώδης λατινική *coraticum < λατινική cor (καρδιά) < πρωτοϊταλικά *kord < ινδοευρωπαϊκή *ḱḗr- / *ḱr̥d- (καρδιά)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κουράγιο ουδέτερο

  1. το θάρρος
  2. η σωματική και ψυχική αντοχή που χρειάζεται για να συνεχίσεις μια επίπονη προσπάθεια
    περπάτησα τέσσερις ώρες με ρυθμό, αλλά τώρα δεν έχω άλλο κουράγιο για να συνεχίσω την πορεία
    • δούλεψε σαν το σκυλί σ' όλη του τη ζωή και ακόμα και τώρα δεν τον έχουν αφήσει τα κουράγια του
    • μη χάνεις το κουράγιο σου: μη λιποψυχάς

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]