vagin

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

  • vagin < vagina < λατινικό vagina (la), σωλήνας

Προφορά[επεξεργασία]

vagin 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

vagin (fr)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]