μουνί

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μουνί τα μουνιά
      γενική του μουνιού των μουνιών
    αιτιατική το μουνί τα μουνιά
     κλητική μουνί μουνιά
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

μουνί < αρχαία ελληνική μνοῦς (: χνούδι, απαλό μαλλί)
ή
μουνί < αρχαία ελληνική εὐνή (: συζυγικό κρεβάτι, γαμήλια κλίνη)

Προφορά

ΔΦΑ : /mu.ˈni/

Ουσιαστικό

(χυδαίο)
μουνί ουδέτερο

  1. το αιδοίο, το γυναικείο αναπαραγωγικό όργανο· αφορά περισσότερο στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της περιοχής και όχι τον κόλπο. Χρησιμοποιείται ευρέως στην καθημερινή, αλλά θεωρείται άσεμνη λέξη
  2. (μεταφορικά) η κάθε νεαρή γυναίκα γενικά, ιδίως για να δηλωθεί πόσο ελκυστική ή ερωτική θεωρείται, καθώς και για να δηλωθεί υποψήφια ή υπάρχουσα σχέση με άνδρα
    Τί τελικά έγινε χτες στο πάρτυ; Ήρθαν αγρότερα μουνιά ή μείνατε μόνο τα μπακούρια;
    Ρε συ, αυτή η φίλη της αδελφής σου είναι πολύ ωραίο μουνί.
    Τάκη, νταραβερίζεσαι με κανένα μουνί τώρα τελευταία;
  3. (μεταφορικά) η ακαταστασία, το μπάχαλο
  4. (μεταφορικά), (υβριστικό) άτιμος, πρόστυχος ή κακόβουλος άνθρωπος

Εκφράσεις

  • έγινα μουνί: περιήλθα σε άθλια κατάσταση, συνήθως από νερό/βρέξιμο
μας έπιασε βροχή στο δρόμο και γίναμε μουνί
  • τα έκανα μουνί: έκανα μεγάλο σφάλμα με σοβαρές επιπτώσεις
    Συνώνυμα: χυδαίο: τα έκανα κώλο, μη χυδαίο: τα έκανα θάλασσα (όλα δημώδη)
  • έλα μουνί στον τόπο σου: για κάτι ανήκουστο/πρωτοφανές
  • μουνί καπέλο: άθλια κατάσταση
  • στο μουνί μου: χρησιμοποιείται κυρίως από γυναίκες, (αντίστοιχο του αντρικού "στ' αρχίδια μου") για να δηλώσει αδιαφορία
  • το μουνί σέρνει καράβι: μία γυναίκα εύκολα μπορεί να κάνει έναν άνδρα να εγκαταλείψει κάθε ασχολία του ακόμα και κάτι που ήταν πριν δύσκολο να κάνει αυτός
ο Γιωργάκης παράτησε την ιατρική και έφυγε στο Παρίσι με τη φιλενάδα του, την οποία θα παντρευτεί. Βλέπεις, το μουνί σέρνει καράβι
  • μουνί της λάσπης : ύπουλος/πετυχαίνει σκοπούς με δόλια μέσα
  • ξυρισμένο μουνί : κάποιος που κόπηκε στο ξύρισμα/κακοκουρεμμένος
  • γαμώ το μουνί της μάνας σου, γαμώ το μουνί που σε πέταγε εκδήλωση βίαιης επιθετικότητας που πολλές φορές ακολουθείται από ξυλοδαρμό
  • ήμουν ήμουν ή...: (λογοπαίγνιο) παιδικός γλωσσοδέτης ταχύτητας
  • το μουνί σε ξεπετά και ο τάφος σε ρουφά: χυδαία εκδοχή της φράσης "δύο πόρτες έχει η ζωή"
  • φελλός στο μουνί της: για προσκολλημένο άντρα που συνεχώς τρέχει πίσω απ' την κοπέλα του
  • έχει φελλό στο μουνί της: για κοπέλα που πλησιάζεται-προσεγγίζεται δύσκολα/δύσκολη γκόμενα/δυσγάμητη

Συγγενικές λέξεις

Σύνθετα

Μεταφράσεις