Μετάβαση στο περιεχόμενο

Fotze

Από Βικιλεξικό

Γερμανικά (de)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική die Fotze die Fotzen
γενική der Fotze der Fotzen
δοτική der Fotze den Fotzen
αιτιατική die Fotze die Fotzen

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
Fotze < (κληρονομημένο) μέση άνω γερμανική vut

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈfɔ.t͡sə/ ⓘ
τυπογραφικός συλλαβισμός : Fo‐tze

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

Fotze (de) θηλυκό

  1. (βορειογερμανικό, υβριστικό) το μουνί, το αιδοίο
    ≈ συνώνυμα: Möse, Muschi, Scham, Scheide, Vagina, Vulva
  2. (βορειογερμανικό, υβριστικό, μειωτικό) η πόρνη, η πουτάνα
    παράδειγμα Die alte Fotze hat mir 100 Euro gestohlen.
         Η παλιοπουτάνα μου έκλεψε ένα κατοστάρικο.
    ≈ συνώνυμα: Hure, Schlampe, Weibsbild
  3. (Βαυαρία, Αυστρία, οικείο, λαϊκό) το ράπισμα, το χαστούκι, ο κόλαφος
    ≈ συνώνυμα: Backpfeife, Flasche, Maulschelle, Ohrfeige, Watsche
  4. (Βαυαρία, Αυστρία, οικείο, λαϊκό) το στόμα
    ≈ συνώνυμα: Fresse, Klappe, Mund, Maul, Schnauze

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

Fotze (γερμανικά)

↷ κρητικά: φότζα «πόρνη, πουτάνα»