πρόστυχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πρόστυχος πρόστυχη πρόστυχο
γενική πρόστυχου πρόστυχης πρόστυχου
αιτιατική πρόστυχο πρόστυχη πρόστυχο
κλητική πρόστυχε πρόστυχη πρόστυχο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πρόστυχοι πρόστυχες πρόστυχα
γενική πρόστυχων πρόστυχων πρόστυχων
αιτιατική πρόστυχους πρόστυχες πρόστυχα
κλητική πρόστυχοι πρόστυχες πρόστυχα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. πρόστυχος < αρχαία ελληνική προστυχής
  2. πρόστυχος < προς + τύχη

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈpɾɔ.sti.xɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ˈpɾɔ.sti.çi/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ˈpɾɔ.sti.xɔ/ ουδέτερο

Επίθετο[επεξεργασία]

πρόστυχος -η -ο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]


Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]