dirty

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

παραθετικά
θετικός dirty
συγκριτικός dirtier
υπερθετικός dirtiest

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈdɜːti/ (βρετανικό)
 

Επίθετο[επεξεργασία]

dirty (en)

  1. βρώμικος
  2. (πληροφορική) οτιδήποτε περιέχει δεδομένα που δεν έχουν ενημερώσει αρχεία, που δεν έχουν γραφτεί μόνιμα σε δευτερεύουσα μνήμη (πχ. σκληρό δίσκο)

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

(πληροφορική)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • dirty στην αγγλική Βικιπαίδεια Άρθρο στην αγγλική Βικιπαίδεια