Μετάβαση στο περιεχόμενο

άσεμνος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: ἄσεμνος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο άσεμνος η άσεμνη το άσεμνο
      γενική του άσεμνου της άσεμνης του άσεμνου
    αιτιατική τον άσεμνο την άσεμνη το άσεμνο
     κλητική άσεμνε άσεμνη άσεμνο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι άσεμνοι οι άσεμνες τα άσεμνα
      γενική των άσεμνων των άσεμνων των άσεμνων
    αιτιατική τους άσεμνους τις άσεμνες τα άσεμνα
     κλητική άσεμνοι άσεμνες άσεμνα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
άσεμνος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄσεμνος (αναξιοπρεπής) & σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική indécent [1]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈa.se.mnos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: άσεμνος

Επίθετο

[επεξεργασία]

άσεμνος, -η, -ο

  • όχι σεμνός, απρεπής, αισχρός
    παράδειγμα  άσεμνη χειρονομία
      Συγκεκριμένα, τα θέματα που προτείνουν οι ... να συμπεριλαμβάνονται στα σεξουαλικά εκπαιδευτικά προγράμματα των ατόμων με αυτισμό ή / και νοητική καθυστέρηση αφορούν την σεξουαλική υγεία, τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα και το AIDS, άσεμνες χειρονομίες και προσβλητικά σχόλια, εξερεύνηση του σώματος, γύμνια, ερωτική συνεύρεση, αυνανισμό και σεξουαλικό αυτοερεθισμό, σεξουαλικό προσανατολισμό, «οικείο» άγγιγμα, ραντεβού, αποφυγή εγκυμοσύνης, εγκυμοσύνη, συγκατοίκηση, γάμο, πορνογραφία, ερωτικό υλικό, σεξουαλική εκμετάλλευση, κακοποίηση και παρενόχληση. (Ευαγγελία Μπαρμπούδη, Σεξουαλικότητα και σεξουαλική εκπαίδευση ατόμων με αυτισμό ή/ και νοητική καθυστέρηση. Μια πιλοτική έρευνα σε γονείς, διπλ. εργασία, Παν. Μακεδονίας, τμήμα εκπαιδευτικής και κοινωνικής πολιτικής, Θεσσαλονίκη, 2012, σελ. 22-23)
     αντώνυμα: σεμνός

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]