σεμνός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σεμνός η σεμνή το σεμνό
      γενική του σεμνού της σεμνής του σεμνού
    αιτιατική τον σεμνό τη σεμνή το σεμνό
     κλητική σεμνέ σεμνή σεμνό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σεμνοί οι σεμνές τα σεμνά
      γενική των σεμνών των σεμνών των σεμνών
    αιτιατική τους σεμνούς τις σεμνές τα σεμνά
     κλητική σεμνοί σεμνές σεμνά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σεμνός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σεμνός (μεγαλόπρεπος, σεβαστός)

Επίθετο[επεξεργασία]

σεμνός

  1. ο μετριόφρων ή που δείχνει μετριοφροσύνη
    σεμνός άνθρωπος, σεμνή συμπεριφορά
  2. που δεν προκαλεί, απλός
     αντώνυμα: προκλητικός

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

→ λείπει η κλίση

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σεμνός < λείπει η ετυμολογία

Επίθετο[επεξεργασία]

σεμνός

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]