σεμνός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

σεμνός < αρχαία ελληνική σεμνός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

σεμνός

  1. ο μετριόφρων ή που δείχνει μετριοφροσύνη
    σεμνός άνθρωπος, σεμνή συμπεριφορά
  2. που δεν προκαλεί, απλός
    αντώνυμα: προκλητικός

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]