σεβαστός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο σεβαστός η σεβαστή το σεβαστό
      γενική του σεβαστού της σεβαστής του σεβαστού
    αιτιατική τον σεβαστό τη σεβαστή το σεβαστό
     κλητική σεβαστέ σεβαστή σεβαστό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι σεβαστοί οι σεβαστές τα σεβαστά
      γενική των σεβαστών των σεβαστών των σεβαστών
    αιτιατική τους σεβαστούς τις σεβαστές τα σεβαστά
     κλητική σεβαστοί σεβαστές σεβαστά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σεβαστός < σέβας

Επίθετο[επεξεργασία]

σεβαστός

  1. που του αποδίδεται σεβασμός
    οι κανόνες του δικαίου πρέπει να γίνονται σεβαστοί
  2. που πρέπει να του αποδίδεται σεβασμός, αξιοσέβαστος
    ο σεβαστός κύριος καθηγητής

Μεταφράσεις[επεξεργασία]