σέβας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σέβας τα σέβη
      γενική
    αιτιατική το σέβας τα σέβη
     κλητική σέβας σέβη
Δείτε και τον πληθυντικό σεβάσματα.
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

σέβας < αρχαία ελληνική σέβας < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *tyegʷ- (αποσύρομαι, οπισθοχωρώ, αφήνω μόνο)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

σέβας ουδέτερο

  1. ο σεβασμός (ιδιαίτερα απέναντι σε ανθρώπους μεγαλύτερους σε ηλικία ή με ανώτερη θέση)
  2. (στον πληθυντικό) τα σέβη μου!: τιμητικός χαιρετισμός

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

σέβας ελλειπτικό κατά πτώση

Μεταφράσεις[επεξεργασία]