οπισθοχωρώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

οπισθοχωρώ < όπισθεν + -o- + χωρώ ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική rétrograder)

Ρήμα[επεξεργασία]

οπισθοχωρώ

  1. κινούμαι προς τα πίσω επειδή δεν μπορώ να αντιμετωπίσω εχθρική επίθεση
     συνώνυμα: υποχωρώ
     αντώνυμα: προελαύνω
  2. (γενικότερα) κινούμαι προς τα πίσω
  3. υπαναχωρώ

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]