Μετάβαση στο περιεχόμενο

back off

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας back off
γ΄ ενικό ενεστώτα backs off
αόριστος backed off
παθητική μετοχή backed off
ενεργητική μετοχή backing off

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
back off <  δείτε τις λέξεις back και off

back off (en)

  1. οπισθοχωρώ, πηγαίνω προς τα πίσω
    παράδειγμα  ”A snake!” he said backing off in fear.
    «Ένα φίδι!» είπε οπισθοχωρώντας με τρόμο.
     συνώνυμα: back away
  2. κάνω πίσω, σταματάω να απειλώ, να επικρίνω ή να ενοχλώ κάποιον
    παράδειγμα  Back off! There’s no need to yell at me.
    Κάνε πίσω! Δεν υπάρχει λόγος να μου φωνάζεις.
    παράδειγμα  The press have agreed to back off and leave the couple alone.
    Ο Τύπος συμφώνησε να κάνει πίσω και να αφήσει το ζευγάρι ήσυχο.
  3. υποχωρώ, επιλέγω να μην ενεργώ, για να αποφύγω μια δύσκολη κατάσταση
    παράδειγμα  After a long discussion he backed off and accepted his proposals.
    Ύστερα από πολύωρη συζήτηση υποχώρησε και δέχτηκε τις προτάσεις του.
     συνώνυμα: back down