back off
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | back off |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | backs off |
| αόριστος | backed off |
| παθητική μετοχή | backed off |
| ενεργητική μετοχή | backing off |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]back off (en)
- οπισθοχωρώ, πηγαίνω προς τα πίσω
- κάνω πίσω, σταματάω να απειλώ, να επικρίνω ή να ενοχλώ κάποιον
Back off! There’s no need to yell at me.
- Κάνε πίσω! Δεν υπάρχει λόγος να μου φωνάζεις.
The press have agreed to back off and leave the couple alone.
- Ο Τύπος συμφώνησε να κάνει πίσω και να αφήσει το ζευγάρι ήσυχο.
- υποχωρώ, επιλέγω να μην ενεργώ, για να αποφύγω μια δύσκολη κατάσταση