σέβομαι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- σέβομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική σέβομαι[1]. Σύγχρονες σημασίες < γαλλική respecter, αγγλική respect [2]. Παραβάλετε μεσαιωνική ελληνική σέβω.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈse.vo.me/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : σέ‐βο‐μαι
Ρήμα
[επεξεργασία]σέβομαι (μεταβατικό) (αποθετικό ρήμα), μτχ.π.ε.: σεβόμενος, απαρ.: σεβαστεί, π.αόρ.: σεβάστηκα
- νιώθω ή δείχνω σεβασμό για κάποιον ή κάτι
- αναγνωρίζω το κύρος, την αξία που έχει κάτι· το τηρώ
- ※ Ασημάκης Πανσέληνος, Τότε που ζούσαμε
- Είναι η δουλειά τους, και τη δουλειά του αλλουνού πρέπει κανείς να τη σέβεται.
- ≈ συνώνυμα: τηρώ
- ※ Ασημάκης Πανσέληνος, Τότε που ζούσαμε
Κλίση
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ σέβομαι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ σέβομαι - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ρήματα χωρίς ενεργητική φωνή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ελλείπουσες κλίσεις (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)