Μετάβαση στο περιεχόμενο

modeste

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
modeste modestes

modeste (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. σεμνός, συνεσταλμένος, ταπεινός, μετριόφρων
  2. που είναι μικρός, περιορισμένος, λίγος από άποψη μεγέθους ή αξίας
    il a des revenus modestes - έχει περιορισμένα εισοδήματα