ταπεινός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική ταπεινός ταπεινή ταπεινό
γενική ταπεινού ταπεινής ταπεινού
αιτιατική ταπεινό ταπεινή ταπεινό
κλητική ταπεινέ ταπεινή ταπεινό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ταπεινοί ταπεινές ταπεινά
γενική ταπεινών ταπεινών ταπεινών
αιτιατική ταπεινούς ταπεινές ταπεινά
κλητική ταπεινοί ταπεινές ταπεινά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταπεινός < αρχαία ελληνική ταπεινός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ta.pi.ˈnɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ταπεινός

  1. που έχει σεμνούς τρόπους

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταπεινός < τάπης

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ταπεινός

  1. (για τόπο) χαμηλός
  2. (για ανάστημα) κοντός
  3. που έχει υποστεί μείωση της υπερηφάνειάς του
  4. πειθήνιος
  5. άτολμος, λυπημένος