περήφανος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ὑπερήφανος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική περήφανος περήφανη περήφανο
γενική περήφανου περήφανης περήφανου
αιτιατική περήφανο περήφανη περήφανο
κλητική περήφανε περήφανη περήφανο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική περήφανοι περήφανες περήφανα
γενική περήφανων περήφανων περήφανων
αιτιατική περήφανους περήφανες περήφανα
κλητική περήφανοι περήφανες περήφανα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περήφανος < αρχαία ελληνική ὑπερήφανος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

περήφανος, -η, -ο

  1. που η συμπεριφορά του χαρακτηρίζεται από αξιοπρέπεια ή έχει ένα αυξημένο συναίσθημα αξιοπρέπειας, ώστε δεν επιτρέπει να τον υποτιμούν και να τον μειώνουν
    είναι πολύ περήφανος για να δεχτεί ελεημοσύνη
  2. που έχει μεγαλοπρέπεια στην εμφάνιση και στη στάση
    έχει περήφανο παράστημα
  3. που νιώθει ένα συναίσθημα ικανοποίησης και χαράς για κάτι που απέκτησε ή που κατάφερε να κάνει, να δημιουργήσει
    είναι περήφανη για την τελευταία δουλειά της
  4. που η στάση και συμπεριφορά του δείχνουν μια υπερβολική αυτοεκτίμηση κι ένα ματαιόδοξο συναίσθημα ανωτερότητας έναντι των άλλων, ο υπερφίαλος, ο αλαζόνας, ο φαντασμένος

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • είναι περήφανος στα αφτιά: αυτός που έχει πρόβλημα ακοής ή προσποιείται ότι δεν ακούει
  • κάνω κάποιον περήφανο: τον ικανοποιώ, τον κάνω να αισθάνεται περηφάνια

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]