περήφανος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- περήφανος < αρχαία ελληνική ὑπερήφανος
Επίθετο
[επεξεργασία]περήφανος, -η, -ο
- που η συμπεριφορά του χαρακτηρίζεται από αξιοπρέπεια ή έχει ένα αυξημένο συναίσθημα αξιοπρέπειας, ώστε δεν επιτρέπει να τον υποτιμούν και να τον μειώνουν
είναι πολύ περήφανος για να δεχτεί ελεημοσύνη- ※ Εκτός όμως από το φτωχός-πλούσιος υπάρχουν και άλλοι χαρακτηρισμοί. Θα σου πω μερικούς: μορφωμένος-αμόρφωτος, άνθρωπος της πόλης-χωριάτης, μοντέρνος-κλασικός ή και ντεμοντέ ακόμα, περήφανος-ταπεινός, κοινωνικός-ντροπαλός, κοσμικός-κλεισμένος στο σπίτι και πολλά άλλα. (Μαίρη Κόντζογλου, Το μέλι το θαλασσινό, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
- που έχει μεγαλοπρέπεια στην εμφάνιση και στη στάση
έχει περήφανο παράστημα
- που νιώθει ένα συναίσθημα ικανοποίησης και χαράς για κάτι που απέκτησε ή που κατάφερε να κάνει, να δημιουργήσει
είναι περήφανη για την τελευταία δουλειά της
- που η στάση και συμπεριφορά του δείχνουν μια υπερβολική αυτοεκτίμηση κι ένα ματαιόδοξο συναίσθημα ανωτερότητας έναντι των άλλων, ο υπερφίαλος, ο αλαζόνας, ο φαντασμένος
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] περήφανος
|
Πηγές
[επεξεργασία]- περήφανος - Γιώργος Β. Κάτος, Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας, Θεσσαλονίκη, 2016 online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)
- περήφανος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- περήφανος - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)