περηφάνια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική περηφάνια περηφάνιες
γενική περηφάνιας περηφανιών
αιτιατική περηφάνια περηφάνιες
κλητική περηφάνια περηφάνιες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

περηφάνια < περήφανος + -ια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

περηφάνια θηλυκό

  • το θετικό συναίσθημα που νιώθει κάποιος όταν έχει επιτελέσει ένα αξιόλογο έργο, το οποίο έχει ως αποτέλεσμα την αυτοεπιβεβαίωσή του
  • το συναίσθημα που νιώθει κάποιος όταν συνειδητοποιεί την αξία του ως άνθρωπος και πλήττεται όταν κάποιος προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του
  • (αρνητικά) η αλαζονεία

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]